Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Τό τροπάριο τής Κασσιανής

Τό, ποιητικά έξοχο, τροπάριο τής Κασσιανής ψάλλεται σήμερα στούς ναούς

Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, ψάλλεται στις Εκκλησίες ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης. Το τελευταίο τροπάριο στην ακολουθία είναι αυτό της ευσεβούς και λογίας ποιητρίας του Βυζαντίου, Κασσιανής.

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος. 

                                             Τροπάριο της Κασσιανής στη ∆ηµοτική Γλώσσα 
(Απόδοση Κωστής Παλαµάς)
« Κύριε,
Η γυναίκα που έπεσε, σε τόσες αµαρτίες,
σαν άκουσε, σαν ένοιωσε τη θεϊκή σου Χάρη
σαν µυροφόρας ένδυµα, στα κλάµατα πνιγµένη
µύρα προ του θανάτου Σου,εντάφια σου φέρνει,
και ωιµέ, στενάζει, κλαίει και θρηνεί
πολλή µε δέρνει νύχτα
ασέληνη και σκοτεινή έρως της αµαρτίας
νύχτα που φλέγει και κεντά
πόθους ακολασίας.
∆έξου Χριστέ, τα δάκρυα τα πύρινα που χύνω
Συ, που στα σύννεφα τραβάς
της θάλασσας το κύµα.
Γύρισε την συµπόνια Σου, στους στεναγµούς µου,
Συ πώγυρες τους ουρανούς στην θεία γέννησή Σου.
Τα πόδια σου τα άγια, άφησε να φιλήσω
και να σκουπίσω άφησε µε τα ξανθά µαλλιά µου
Τα πόδια, που σαν άκουσε τον κρότο τους η Εύα
το δειλινό µεσ' στην Εδέµ κρύφθηκε από φόβο
Τις τόσες αµαρτίες µου και τη βαθιά Σου κρίση
ποιος να µετρήσει ηµπορεί Χριστέ µου, ψυχοσώστη
Μη µε αφήνεις έρηµη και ταπεινή σου δούλη Σου,
όπου έχεις, ως Θεός άπειρη καλοσύνη».

Μεταγραφή του Φώτη Κόντογλου: 

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, 
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα 
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου 
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη 
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας. 
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, 
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας. 
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου, 
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης. 
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου, 
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου· 
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, 
τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε. 
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, 
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; 

Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.