Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Το μοντέλο Bismarck, το μοντέλο Roosevelt και το ανύπαρκτο…

Κώστας Καλλίτσης ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΛΙΤΣΗΣ
Η αρχαία Ρώμη προσέφερε τρόφιμα σε όσους ήταν τόσο φτωχοί ώστε να αδυνατούν να τραφούν. Το ισλάμ επιβάλλει μόνιμο φόρο (zakat) για την ενίσχυση των φτωχών. Στα μέσα του 16ου αιώνα, η Αγγλία θέσπισε ορισμένα μέτρα για τους φτωχούς. Τρεις αιώνες αργότερα, ο Otto von Bismarck καθιέρωσε ένα σύστημα ευρύτερης κοινωνικής πρόνοιας. Το πιο φιλόδοξο πρόγραμμα πρόνοιας καθιερώθηκε στη Βρετανία, με την έκθεση του William Beveridge (1942). Και στα 1930, ο Roosevelt, στο πλαίσιο του New Deal, εισήγαγε ένα νέου τύπου πρόγραμμα κοινωνικής προστασίας, που στόχευε στη δημιουργία θέσεων εργασίας μέσω της κινητοποίησης του παραγωγικού δυναμικού των ΗΠΑ. Μας λέει κάτι η ιστορία;
Η πολιτική πρόνοιας είναι στοιχειώδης ανθρωπιστική υποχρέωση αλλά και πράξη μέριμνας για τη σταθερότητα ενός κοινωνικού συστήματος. Με αυτή την έννοια, αποτελεί μια (αναγκαία) πολιτική αυτοσυντήρησης.
Προοδευτική πολιτική είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας. Η πρόνοια χρειάζεται για εκείνους που δεν μπορούν να εργαστούν. Στόχος μιας προοδευτικής πολιτικής είναι να μπορούν να βρουν δουλειά όσοι θέλουν και μπορούν να εργαστούν. Στην Ελλάδα, η ενίσχυση της κοινωνικής πρόνοιας είναι επιβεβλημένη (είναι ελαφρούτσικοι οι πανηγυρισμοί για 50 εκατ. ευρώ επιπλέον...). Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν λύνεται με μοντέλο Bismarck αλλά με μοντέλο Roosevelt. Με δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Εχει προταθεί, όπως θέτουμε συγκεκριμένους στόχους για έσοδα, έξοδα και πρωτογενή πλεονάσματα, να θέσουμε εθνικό στόχο τον περιορισμό της ανεργίας σε συγκεκριμένο ύψος, με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και δράσεις που θα ελέγχονται και οι υπεύθυνοί τους θα λογοδοτούν και αυτός ο στόχος να γίνει η κεντρική ιδέα ενός συνολικού εθνικού σχεδίου. Γιατί η ανεργία είναι το τέρας που καταστρέφει ζωές, φτωχαίνει τη χώρα, απειλεί όχι με μια χαμένη 6ετία αλλά με μια χαμένη γενιά. Γιατί, τέλος, η μαζική ανεργία δεν αντέχεται επί πολύ: Είτε η δημοκρατία καταπίνει τη μαζική ανεργία, είτε αυτή καταπίνει τη δημοκρατία – αυτό διδάσκει (και) η ιστορία.
Ο πρωθυπουργός πράγματι έθεσε στόχο τη μείωση της ανεργίας στον μέσο ευρωπαϊκό όρο μέχρι το 2021, μιλώντας με φόντο την Ακρόπολη. Και στη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ και στον Αλέξη Παπαχελά είπε ότι αριστερή πολιτική είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας, ο νικηφόρος πόλεμος στην ανεργία. Ξεχώρισε, μάλιστα, μία προϋπόθεση: Τη δημιουργία περιβάλλοντος φιλικού στην υγιή επιχειρηματικότητα. Λοιπόν, ώς εδώ, καλά. Το κακό είναι ότι εδώ έχουμε μείνει. Είτε δεν γίνονται αποφασιστικά βήματα σε αυτήν, τη σωστή, κατεύθυνση είτε γίνονται βήματα στην αντίθετη.
Ας δούμε τι ρωτά ένας ξένος υποψήφιος επενδυτής. Πρώτη ερώτηση: Αν υπάρξουν εμπλοκές και απαιτηθεί προσφυγή στα δικαστήρια, σε πόσο χρόνο θα εκδικαστεί η υπόθεσή του; Οταν ακούει την απάντηση, συνήθως παύει να κάνει άλλες. Αν, παρ’ ελπίδα, επιμείνει, ρωτά: Σε πόσο χρόνο θα γνωρίζω αν εγκρίνεται ή όχι η επένδυσή μου; Μετά την απάντηση σε αυτήν την ερώτηση, συνηθέστατα παραιτείται περαιτέρω διερεύνησης. Αν παρ’ ελπίδα επιμείνει, θα ρωτήσει για τη φορολογία – το ύψος και «εκπλήξεις» που ενδεχομένως του επιφυλάσσονται.
Λοιπόν, πόσο άραγε «κοστίζει» η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης; Τι εμποδίζει την κυβέρνηση να θεσπίσει διαδικασία άμεσης δράσης για την απεμπλοκή επενδύσεων ύψους 14 δισ. ευρώ, με project managers και με ενιαία παρακολούθηση, όπως ήδη έχει προταθεί; Γιατί δεν υποχρεώνεται το κράτος, άμεσα, να απαντά σε επενδυτικές προτάσεις εντός 2-3 μηνών και όχι όταν/αν ευκαιρήσει; Και σε τι θα ζημίωνε τα έσοδα αν η φορολογία των μη διανεμόμενων κερδών μειωνόταν, παράδειγμα, στο 15% αντί 29%; Σε απολύτως τίποτα…
Αλλά τίποτα δεν γίνεται. Και μέσα στο περιβάλλον της σημερινής αδράνειας, τον τόνο δίνουν τα αρνητικά σήματα. Ενας υπουργός που βάζει τα κλάματα. Ή σπάει τα έργα σε μικρότερα για να διανεμηθούν σε πολλούς μικρούς αλλά τα δίνει κομμάτι-κομμάτι σε ένα (τον ίδιο). Ή καταγγέλλει τη δική του υπογραφή σε μια αποκρατικοποίηση. Ή βάζει τρικλοποδιές σε άλλη διασύροντας τη χώρα. Ή, ενώ ο ίδιος ο πρωθυπουργός ανησυχεί αν θα έρθουν επενδύσεις, ένας υπουργός ανησυχεί ότι επιβάλλεται «δικτατορία των επενδυτών»...
Κάτι δεν πάει καλά. Και είναι ευθύνη του πρωθυπουργού να το διορθώσει. Ας μην ξεχνάμε πού βρισκόμαστε. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD), έχει καταρτίσει μια κλίμακα εμπιστοσύνης από το 1 έως το 8 (το χειρότερο). Η Κύπρος αξιολογείται με 6, Βουλγαρία και FYROM 5,7 και Ρουμανία με 5. Η Ελλάδα με 7,3 – μαζί με Ουκρανία, Μολδαβία, Τατζικιστάν. Ετσι εξηγείται ότι, ενώ 13 τρισ. δολ. έχουν επενδυθεί σε ομόλογα με αρνητική απόδοση (δηλαδή οι ιδιώτες πληρώνουν εκείνους τους οποίους δανείζουν…), στην Ελλάδα ουδείς ιδιώτης αγοράζει ούτε καν 3μηνα έντοκα του Δημοσίου, παρότι αυτά προσφέρουν υψηλή απόδοση 3%...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.