Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

Πλατεία Ομονοίας : Χάντρες πολύχρωμες καί καθρεφτάκια γιά "ιθαγενείς"...

Ο λαϊκισμός του σιντριβανιού

Ενα αίσθημα παρελθοντολαγνείας κατακλύζει κοινωνικά δίκτυα και ιντερνετικά sites. Ρετρό εικόνες και φωτογραφίες μαζί με παλιές ανέκδοτες ιστορίες παρουσιάζουν έναν ιδανικό κόσμο σε παρελθόντα χρόνο. Οι εικόνες της Αθήνας του ’30, του ’60 ακόμη και του ’80 φαντάζουν ως ιδανικές ή ιδανικότερες των σημερινών παρ’ όλες τις τεράστιες αντιφάσεις μεταξύ τους. Η Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα, τα νεοκλασικά κτίρια, τα ψηλά καπέλα και τα μακριά φορέματα μπλέκονται με τις πολυώροφες πολυκατοικίες, τα μοντέρνα αυτοκίνητα, τα χρωματιστά ρούχα και το σιντριβάνι της Ομόνοιας τη δεκαετία του ’70. Κοινός παρονομαστής η νοσταλγία για το παρελθόν και η εκμαίευση ενός κάλπικου αισθήματος «να μπορούσαμε να ζούμε όπως τότε». Μέσα στη γενική ασάφεια και στις θολές φωτογραφίες του παρελθόντος κρύβονται, έτσι, πολλά από τα προβλήματα εκείνων των εποχών αλλά και μια πιο αντικειμενική ματιά για το τότε και το σήμερα.
Η εξιδανικευμένη εικόνα της Ομόνοιας του 1970 (με τους πίδακες του σιντριβανιού σε πλήρη λειτουργία), για παράδειγμα. Πέραν του γεγονότος ότι είχαμε χούντα εκείνη την περίοδο, αποκρύπτονται -συνάμα- και δύο πολύ σημαντικές αλήθειες. Αφενός ότι η προγενέστερη Αθήνα των χαμηλών κτιρίων, των νεοκλασικών, του τραμ και της χαμηλής κυκλοφορίας αυτοκινήτων είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί για χάρη της αναπτυσσόμενης μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας και αφετέρου πως αυτή η Αθήνα του 1970 της μεγάλης κίνησης, των γιγαντιαίων διαφημιστικών πινακίδων και των εννιαώροφων κτιρίων, δέκα χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε τόσο πολύ για το χαμηλό επίπεδο ζωής που προσέφερε, για τον συνωστισμό και για τη ρύπανση των καυσαερίων που, εν τέλει, οδήγησε -μαζί και με πολλούς άλλους παράγοντες- στην εγκατάλειψη του κέντρου και στην προαστιοποίηση. Συνεπώς, όταν παγώνει ο χρόνος σε μία «όμορφη εικόνα» της παλιάς Αθήνας καλό είναι να αναλογιζόμαστε και όλο το πλαίσιο που την περιβάλλει.
Ο σχεδιασμός μίας «καλής» πλατείας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αντίθετα, ο σχεδιασμός μίας «κακής» πλατείας είναι εύκολη υπόθεση και έχουμε πολλά παραδείγματα γι’ αυτό. Ακόμη πιο εύκολη υπόθεση είναι ο «καθόλου» σχεδιασμός. Κάτι τέτοιο, δυστυχώς, συμβαίνει με τη «νέα Ομόνοια του 2020». Είναι προφανές ότι όταν μιλάμε για τον σχεδιασμό της πλατείας Ομονοίας, μιας από τις κεντρικότερες και πιο εμβληματικές πλατείες της πρωτεύουσας, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν μία σειρά από παραμέτρους· τι γίνεται σε πολεοδομικό επίπεδο, αν έχουν αλλάξει μέσα στην κρίση οι χρήσεις γης των παρακείμενων κτιρίων αλλά και της ευρύτερης περιοχής, πώς επηρεάζεται το κυκλοφοριακό σύστημα, αν σκιάζεται και πώς ο χώρος της πλατείας, πώς φωτίζεται η πλατεία, πώς συντελούνται οι κινήσεις των πεζών, ποια είναι η σχέση της πλατείας με τις πολυάριθμες εισόδους και εξόδους του μετρό και του ηλεκτρικού, ποια υλικά έχουν χρησιμοποιηθεί κοκ. Ακόμη ακόμη, σε μία πλατεία 15 ετών ζωής (μετρώντας από τον νέο σχεδιασμό της το 2004), που έχει «κατηγορηθεί» συλλήβδην αλλά και που πράγματι δεν έχει καταφέρει να γίνει οικειοποιήσιμη από τους κατοίκους της πόλης, ένας «καλός» σχεδιασμός θα έπρεπε να συνυπολογίσει αυτά τα δεδομένα και να τεκμηριώσει την αρχιτεκτονική λογική της νέας πρότασης.
Κάτω, σιντριβάνι στη Βασιλεία σχεδιασμένο από τον γλύπτη Tinguely
Παραδείγματος χάριν, όταν υπήρχε το κυκλικό -για την ακρίβεια εξαγωνικό- σιντριβάνι στην Ομόνοια τις δεκαετίες του ’60-’70, η ίδια η πλατεία ήταν κυκλική και έτσι τα αυτοκίνητα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν γύρω της μία κυκλική κίνηση. Δηλαδή, η όλη συνθετική αρχιτεκτονική σκέψη και λογική στηριζόταν στο γεγονός ότι δημιουργούνταν ένα εντυπωσιακό roundabout, στο κέντρο του οποίου βρισκόταν και ανάβλυζε το σιντριβάνι. Ταυτόχρονα, περιμετρικά της Ομόνοιας, στα κτίρια, τις στοές και τα υπόγεια της πλατείας βρισκόταν ένας άλλος κόσμος -ορατός και αόρατος· περαστικοί, τουρίστες, εργαζόμενοι, θαμώνες και πολλοί άλλοι έδιναν ζωή στα μαγαζιά, τις δημόσιες υπηρεσίες, τα ξενοδοχεία, τα ιδιωτικά γραφεία και τα καφενεία της πλατείας. Στη σημερινή, όμως, δομή της πλατείας, όπου τα οικοδομικά τετράγωνα Πανεπιστημίου-Σταδίου και Πειραιώς-Αγίου Κωνσταντίνου είναι ενοποιημένα και δεν επιτρέπεται η κυκλική κίνηση των αυτοκινήτων, η αρχιτεκτονική λογική είναι διαφορετική, καθώς μετατρέπει την πλατεία σε ένα είδος γραμμικού περάσματος, το οποίο δυνάμει μπορεί να φιλοξενήσει και τη στάση των κατοίκων της πόλης. Συνεπώς, η προσθήκη ενός κολοσσιαίου κυκλικού σιντριβανιού πάνω στη σημερινή δομή της πλατείας στερείται αρχιτεκτονικής λογικής. Με κάποια υπερβολική αναλογία η ανακατασκευή του κολοσσιαίου σιντριβανιού της πλατείας στο σήμερα θα μπορούσε να παραλληλιστεί με την ανακατασκευή των γεφυριών του Ιλισού χωρίς όμως την ύπαρξη του ίδιου του ποταμού. Το δε αίσθημα αμηχανίας στον υπόλοιπο χώρο της πλατείας -έξω δηλαδή από το σιντριβάνι- είναι διάχυτο ακόμη και στα λιγοστά φωτορεαλιστικά σχέδια που έχουν δει το φως της δημοσιότητας.
Aλλά ακόμη και παρακάμπτοντας όλα τ’ άλλα, και εστιάζοντας μόνο στο σιντριβάνι - αφού μόνο αυτό άλλαξε στην ουσία- θα καταλάβουμε ότι και σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει μία παντελής στέρηση εμπνευσμένων ιδεών. Ο σχεδιασμός του μετατρέπεται σε βεβιασμένη επιλογή στοιχείων καταλόγου και αδυνατεί έστω και στο ελάχιστο να ανταποκριθεί στον τοποσημιακό χαρακτήρα της πλατείας. Αν εστιάζαμε για παράδειγμα στην τόσο διακεκηρυγμένη ανάγκη περιβαλλοντικής αναβάθμισης, δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε το ίδιο σιντριβάνι αποσυνδεδεμένο από όλα τα δίκτυα και τροφοδοτούμενο για τη λειτουργία του από μηχανισμούς που αξιοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας; Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε την παροχή νερού στο σιντριβάνι και στο γρασίδι να συνδέεται με δεξαμενές συλλογής των ομβρίων υδάτων ή τη συντήρηση του όλου συστήματος με την «εργαλειοποίηση» φυτικών μικροοργανισμών; Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε την επιλογή και χρήση βιοκλιματικών υλικών με το μέγιστο περιβαλλοντικό όφελος; Tέτοιες πρακτικές δεν συνιστούν σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά δοκιμασμένες τεχνικές και γνώσεις που υπάρχουν και στην ελληνική κοινωνία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η οικολογία αποκτά οραματική διάσταση και η πλατεία μετατρέπεται σε «σύμβολο» οικολογίας για τον κάτοικο της πόλης αλλά και της χώρας.
Αλλά και όσον αφορά την ανάγκη αισθητικής αναβάθμισης είναι βέβαιο πως δεν αναζητήθηκε κάποιος εμπνευσμένος ή οραματικός σχεδιασμός. Κακόγουστος φωτισμός, κλισέ καμπύλες αναβλύζοντος νερού σε συμμετρική διάταξη -εν είδη τούρτας με κεράκια, ακαλαίσθητη ομόκεντρη ζώνη γκαζόν σε πλήρη διάσταση με το ευρύτερο περιβάλλον. Για όποιον, δε, νομίζει ότι όλα τα σιντριβάνια είναι «κιτς» μπορούμε να αναφέρουμε και το εμβληματικό σιντριβάνι στη Βασιλεία που σχεδιάστηκε από τον Ελβετό καλλιτέχνη Tinguely και που στην ουσία πρόκειται για μία γλυπτική σύνθεση (εικόνα).
Είναι σαφές πως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει υπάρξει αρχιτεκτονικός διαγωνισμός, δεν έχει γίνει η οποιαδήποτε μελέτη, δεν γνωρίζουμε καν τους αρχιτέκτονες που προτείνουν τον εν λόγω σχεδιασμό (αν υπάρχουν αρχιτέκτονες και δεν έχει σχεδιάσει μόνος του ο δήμαρχος την πλατεία). Η μόνη έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί σχετίζεται με το τι έχει «πέραση» στο instagram και ποια εικόνα έχει τα περισσότερα likes στο facebook. Κάπως έτσι, το τεράστιο σιντριβάνι στη μέση της πλατείας -να θυμίζει τις παλιές ένδοξες εποχές- και η ομόκεντρη ζώνη γκαζόν αρκούν για να «ξαναφτιάξουν» μία ανανεωμένη και ασφαλή Ομόνοια, όπως ακριβώς αναφερόταν και σε σχετική πινακίδα. Προφανώς, το όλο εγχείρημα συνδυάζεται και με την άψογη επικοινωνιακή διαχείριση και διαφήμιση· sites, εφημερίδες, τηλεοράσεις, σύσσωμα τα μέσα ενημέρωσης είχαν να πουν έναν καλό λόγο για τη νέα πλατεία Ομονοίας πριν καν αυτή αποδοθεί στο κοινό.
Δυστυχώς, άλλη μια ευκαιρία για την «πολύπαθη» πλατεία της Ομόνοιας φαίνεται να χάνεται. Ο παρελθοντολαγνικός κακεκτυπικός επανασχεδιασμός της αδυνατεί να διαβάσει τα σημεία των καιρών, αδυνατεί να λύσει πρακτικά προβλήματα, αδυνατεί να συμπλεχθεί με την κίνηση και τη ζωή της πόλης, τα όνειρα και τις μνήμες της. Το χειρότερο δε, αδυνατεί να εσωκλείσει ένα οραματικό πρόταγμα, ένα πραγματικό μανιφέστο που τόσο έχει ανάγκη η Αθήνα και οι κάτοικοί της.
*αρχιτέκτονες


από τήν  "Εφημερίδα των Συντακτών"