Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Καλοκαίρι, μην πίστεψες πως δεν συλλογιέμαι

  • photo: john4ever7@flickr
    photo: john4ever7@flickr

Έναν όροφο κάτω από το σπίτι που μεγάλωσα, έμενε μια κοπέλα που ήξερε να παίζει πιάνο. Η ίδια φοβόταν ότι μας ενοχλεί, αλλά η μουσική της ήταν κάθε χρονιά η ειδοποίηση ότι το καλοκαίρι πλησιάζει.
Αν και έπαιζε κάθε μέρα, ο ήχος έμπαινε στο σπίτι μας λίγο πριν ή λίγο μετά την 25η Μαρτίου, όταν δειλά-δειλά οι πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού άνοιγαν για να υποδεχθούν τον ήλιο και τη ζέστη της Άνοιξης και να ξεφορτωθούν αυτή την περίεργη αίσθηση που περιγράφεται με τη μαγική ελληνική λέξη «κλεισούρα». Κάπου λίγο πριν ή λίγο μετά την 28η Οκτωβρίου, τα παράθυρα έκλειναν και η μουσική χανόταν. Ίσως για να την εκτιμήσουμε περισσότερο, ίσως γιατί κάθε καλοκαίρι προϋποθέτει έναν χειμώνα, ίσως γιατί κανείς ποτέ δεν κατάφερε να αποφύγει μια κάποια δόση κλεισούρας.
Ειλικρινά δεν θυμάμαι πού, αλλά κάπου είχα διαβάσει ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι το ατελείωτο ελληνικό καλοκαίρι...

  συνέχεια
...με τον λαμπρό του ήλιο. Διαρκεί πολύ περισσότερο από τρεις μήνες και επιβάλει στη χώρα μια ραθυμία, μια ανεμελιά, μια αναγκαστική αισιοδοξία. Το παραδέχονται και οι ξένοι που ζουν ανάμεσά μας, το έχουν από καιρού καταγράψει ποιητές, συγγραφείς κι άσημοι ερωτευμένοι. «Καλοκαίρι, μην πίστεψες πως δεν συλλογιέμαι!», ξεκαθαρίζει ο Βρεττάκος.
Το βράδυ της Πρωτομαγιάς, εν τη κλεισούρα ενός ελληνάδικου, παρατηρούσα πολλά χείλη να τραγουδούν ρυθμικά και ξένοιαστα ότι «δεν είναι εδώ το Σούλι, εδώ είναι του Ρασούλη», προσπαθώντας να αγνοήσω τον εσωτερικό μίζερο αντίλογο περί μιας χρεοκοπημένης χώρας με γεμάτες καφετέριες. Η ανίκητη κατά τις υπόλοιπες ώρες μιζέρια δεν μπορούσε όμως να κερδίσει κι αυτή τη νύχτα τη μάχη κόντρα σε κανονικά χαμόγελα κανονικών ανθρώπων που, κατά τα λοιπά, ενδέχεται να αντιμετωπίζουν κανονικά και σοβαρά προβλήματα. Όταν βρίσκονται όμως στο... Σούλι, όχι όταν τα πίνουν στου Ρασούλη.
Σκέφτομαι καμιά φορά ότι πολλές αναλύσεις για την κρίση, προσπαθούν απλώς με πιο επιστημονικό τρόπο να αποδείξουν αυτό που ο Άλκης Αλκαίος κατάφερε κάποτε να ονοματίσει ως «πλανόδιο τσίρκο» και να περιγράψει ως «Ελλάδα μάγισσα, παρθένα και τροτέζα». Θα σας έχει τύχει κρυφά να ζηλέψετε ανθρώπους, που κατά τα λοιπά απεχθάνεστε, όταν τους είδατε να διασκεδάζουν αληθινά με την ψυχή τους. Μπορεί τελικά να μην έχουμε καταφέρει και λίγα για χώρα με τόσους ικανούς γλεντζέδες.
Εξάλλου, ποιος θυμάται στην Ελλάδα ότι με τα φτερά που κατασκεύασε ο Δαίδαλος κατάφερε να πετάξει και, τελικά, να διασωθεί; Ο γιος του, Ίκαρος, κατέστη ανά τους αιώνες μεγαλύτερη φίρμα, έδωσε το όνομά του σε ένα νησί και σε ένα πέλαγος. Γοητεύτηκε λίγο παραπάνω από τον ήλιο, όλα μπορούν να του συγχωρεθούν.
Δεν μένουμε πια στο ίδιο σπίτι. Η κοπέλα με το πιάνο δεν μας ειδοποιεί πια για το καλοκαίρι, αλλά το καλοκαίρι πλησιάζει και πάλι κανονικά, στην ώρα του. Φέτος, για τον ερχομό του πρόλαβε να με ειδοποιήσει ένα μήνυμα από ένα διαχρονικό θύμα του ελληνικού καλοκαιριού που ζει εδώ και κάποιο καιρό στο εξωτερικό:
Μου είπε η μητέρα μου στο Skype ότι έχει ανθίσει το γιασεμί στον κήπο μας. Διάολε, η αγάπη μου γι' αυτή τη χώρα δεν αγαπά τον εαυτό της, αλλά είναι απέραντη. Σας μισώ και σας ζηλεύω. Κάτι πρέπει να γίνει.
Ο Μάκης Μυλωνάς γεννήθηκε το μαύρο '89 στην Πάτρα κι από το 2008 διατηρεί το blog parapolitiki.com
 
protagon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.